From Brussels With Love | Blog

Apr/17

16

Μέρα Λαμπρής

Βρυξέλλες. Τα πέταλα από τα άνθη της κερασιάς του κήπου πετούν μπροστά από το κλειστό μου παράθυρο. Ο αέρας τα σπρώχνει από δω κι από κει, σα χιονονιφάδες. Ένας θαμπός ήλιος πάει να γύρει. Και μετά βροχή, ανήμερα το Πάσχα!

Ο πατέρας μου την έλεγε πάντα Λαμπρή και είναι η πρώτη φορά που έρχεται αυτή η μέρα και δεν είναι εκείνος εδώ… Φρόντιζε αποβραδίς για όλα, να είναι έτοιμα που θα ξημέρωνε. Έδινε πρώτος το παρόν στο λάκκο, τοποθετούσε τα κλήματα, που είχαν μαζευτεί, να είναι έτσι, ώστε να πάρουν αμέσως φωτιά. Έβαζε στην άκρη τον κουβά με το νερό, για την περίπτωση που θα φούντωνε η φωτιά και θα «έτρωγε» τα κλήματα, χωρίς να τα «χωνέψει» για το ψήσιμο και περίμενε. Ένας-ένας οι γειτόνοι έβγαιναν από τα σπίτια τους, με το σκαμνάκι τους και το αρνί στη σούβλα. Έθιμο παλιό να ψήνει όλη η γειτονιά μαζί τον οβελία, ο καθένας τον δικό του βέβαια. Τους απόπαιρνε μαλακά, ότι έτσι που καθυστερούσαν ούτε το βράδυ δεν θα έτρωγαν το λαμπριάτικο. Όλοι τον ήξεραν για τη βιασύνη του να δει τα αρνιά στο λάκκο και δεν του κάκιωναν, που τους απόπαιρνε λαμπριάτικα. Ύστερα έπαιρνε τη θέση του και άρχιζε πρώτος το «Χριστός Ανέστη», τρεις φορές, έκανε το σταυρό του και έσωνε: «Και του χρόνου να είμαστε καλά να γιορτάσουμε την Ανάσταση του Κυρίου»!

Σε προηγούμενα χρόνια τον θυμάμαι να σέρνει πρώτος το χορό εκεί έξω στο λάκκο και να καλεί την νεολαία να τον ακολουθήσει. Το καλούσε το έθιμο, έλεγε. Δεν άφηνε περαστικό ακάλεστο, για έναν μεζέ και μια καλή κουβέντα. Να μάθει από πού έρχεται και να του πει τα έθιμα του χωριού μας. Από τη στιγμή που έμπαινε το αρνί στη θράκα τελείωνε και η δική του ευθύνη και είμασταν η νεώτερη γενιά που φροντίζαμε εκ περιτροπής ώστε να φάμε ψημένο το αρνί το μεσημέρι. Τάχα για να μαζέψει λίγο τη φωτιά ερχόταν προς το μέρος μας και μας διάταζε, πότε να το γυρίζουμε πιο γρήγορα για να μη καεί από τη μια πλευρά, πότε για να μας ενθαρρύνει, ότι καλά το κάναμε. Ήθελε να περάσει τη γνώση του και σ΄αυτό το ελάχιστο, σ΄εμάς τα παιδιά του, με τον τρόπο του.

Μια τέτοια μέρα της Λαμπρής και αφού είχαμε φέρει το αρνί στο σπίτι και είχαμε ετοιμάσει το τραπέζι, τον περιμέναμε να έλθει για να αρχίσουμε. Αργούσε και ανησυχήσαμε. Κάποια στιγμή τον είδαμε να εμφανίζεται στην πόρτα και πίσω του ένα τσούρμο παιδιά και μια γυναίκα, Αθηναία, όπως καταλάβαμε από την εμφάνισή της. Μας ήταν εντελώς άγνωστοι και κοιταχτήκαμε.

«Τους βρήκα έξω στο δρόμο να γυρίζουν», είπε απολογούμενος, «ο πατέρας είναι στρατιωτικός, μου είπαν, και έχει πάει στην Κύπρο, στο καθήκον. Τους είπα να κοπιάσουν να φάμε μαζί, μέρα που είναι σήμερα».

Εμείς τα παιδιά το χαρήκαμε, που θα είχαμε άλλα τρία συνομήλικα σχεδόν, στο τραπέζι, που μόλις μας έπαιρνε όλους μαζί πλέον. Το αρνί έφτασε και περίσσεψε και ήταν σούρουπο, όταν σηκωθήκαμε όλοι χορτασμένοι και χαρούμενοι από το τραπέζι. Πού θα πήγαινε τώρα η μητέρα με τα τρία παιδιά της; Δεν είχαν πού να μείνουν, είπαν, γιατί υπολόγιζαν να γυρίσουν με το τελευταίο λεωφορείο πίσω στην Αθήνα. Δεν ήξεραν ότι δεν θα είχε συγκοινωνία εκείνη τη μέρα…

Μέρα Λαμπρής που ήταν η λύση βρέθηκε αμέσως, θα έμεναν εκείνο το βράδυ μαζί μας. Όλοι μας συμφωνήσαμε. Η αδελφή μου κι εγώ παραχωρήσαμε το δωμάτιό μας στην φιλοξενούμενη οικογένεια και εμείς στρωματσάδα στο σαλόνι. Κατά το μεσημεράκι την άλλη μέρα αποχαιρετιστήκαμε και έφυγαν και πήγαν στο καλό και με καλούδια στην τσάντα για το δρόμο.

Μια-δυο μέρες αργότερα ανακάλυψε η αδελφή μου, ότι έλειπαν από τη συλλογή της με τα γραμματόσημα τα πιο αγαπημένα της και τα πιο σπάνια για την εποχή…

Με κλάματα το είπαμε στον πατέρα μας, κι εκείνος: «Πόσα γραμματόσημα θέλετε να σας …αγοράσω; Για σκεφτείτε όμως, ότι αυτά τα παιδιά έκαναν Λαμπρή χωρίς τον πατέρα τους…».

Και είναι η πρώτη Λαμπρή φέτος που κι εμείς γιορτάζουμε χωρίς τον δικό μας πατέρα.

Δεν ήθελα να είμαι εκεί που μέχρι πέρυσι ήταν εκείνος παρών, μια τέτοια μέρα. Τον αποχαιρετήσαμε για το αιώνιο ταξίδι και πλήρη ημερών, μια βδομάδα μετά τη Λαμπρή, πριν ένα χρόνο. Οι θύμισες μελαγχολούν κι ας ξέρω ότι, «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωή χαρισάμενος». Κι ας ξέρω ότι, όποιος πιστεύει σ΄Αυτόν, και αν αποθάνει θέλει ζήσει και θα ζει αιώνια.

Αλλά κι εδώ που είμαι μακριά, μέρα Λαμπρής σήμερα, λείπει…

Be Sociable, Share!

No tags

  • Post a comment

    *

<<

>>